» english

Πορίσματα Συνεδρίου

25 Απριλίου 2005 -

«Προς μια νέα παγκόσμια ηθική τάξη; Διδάγματα από την πρόσφατη κρίση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη»
Κέρκυρα, 23-30 Ιουλίου 1999

  1. Ποιο θα είναι το μέλλον των Βαλκανίων;

    Το Συμπόσιο της Σύμης του 1999 έλαβε χώρα στην Κέρκυρα, λίγο μετά την κρίση στο Κοσσυφοπέδιο, αποκορύφωμα μιας σειράς δραματικών γεγονότων στα Βαλκάνια. Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων του Ραμπουγιέ, η εθνοκάθαρση και οι βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ κατά της Γιουγκοσλαβίας που ακολούθησαν, συντάραξαν την περιοχή αλλά και ολόκληρο τον κόσμο.

    Σε όλη την Ευρώπη, η ανησυχία και οι αντιδράσεις που προκαλούσαν οι αεροπορικές επιθέσεις του ΝΑΤΟ κατά της Σερβίας επί 11 βδομάδες ήταν μεγάλες. Στην ΝΑ Ευρώπη, μέσα στα ερείπια και τις καταστροφές της « Επόμενης Μέρας», επικρατούσε έντονη αβεβαιότητα για το μέλλον. Είχε επιτευχθεί μια εύθραυστη ειρήνη, αλλά πολλά κρίσιμα ερωτήματα παρέμεναν χωρίς απάντηση. Θα μπορούσε η τραγωδία να μετατραπεί σε ευκαιρία για την ένταξη των Βαλκανίων στη διεθνή κοινότητα; Η διαδικασία της ανασυγκρότησης θα αποτελούσε το πλαίσιο που θα επέτρεπε στις μη υποψήφιες χώρες να προετοιμαστούν για τη μελλοντική προσχώρηση τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ); Ή αντίθετα θα οδηγούσε σε ακόμη μεγαλύτερο κερματισμό της περιοχής; Τι μπορούσε να κάνει η Ευρώπη για να αποφύγει μια τέτοια εξέλιξη; Πώς θα μπορούσαν οι ηγέτες και οι κάτοικοι της περιοχής να συνεργαστούν προκειμένου να αποφευχθούν παρόμοιες συγκρούσεις στο μέλλον;

    Από το 1990, σειρά αρνητικών εξελίξεων στην περιοχή - ανασφάλεια, οικονομική κρίση και έλλειψη δημοκρατικών παραδόσεων - είχαν συμβάλει στην έξαρση του αλυτρωτισμού και του εθνικισμού. Η ειρήνη προσέφερε μια πραγματική ευκαιρία για την ανασυγκρότηση των Βαλκανίων.

    Ωστόσο, οι σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις των εκτεταμένων καταστροφών στη Γιουγκοσλαβία και της μαζικής εξόδου προσφύγων στις γειτονικές χώρες, πυροδότησαν τη συζήτηση για το ποιος έπρεπε να αναλάβει το βάρος της ανασυγκρότησης. Ο νεοσυσταθείς φορέας περιφερειακής ανάπτυξης, το Σύμφωνο Σταθερότητας για τη ΝΑ Ευρώπη, εξέφραζε την επικρατούσα άποψη ότι μόνιμη ειρήνη και σταθερότητα δε θα μπορούσαν να κυριαρχήσουν στην περιοχή προτού εδραιωθούν σε κάθε χώρα οι δημοκρατικές αξίες και αρχές. Ο μακροχρόνιος στόχος λοιπόν πρέπει να είναι όχι μόνο να αποκατασταθούν οι υλικές ζημιές που προκάλεσε ο πόλεμος, αλλά και να θεραπευτούν οι κοινωνικές πηγές και τα ψυχολογικά τραύματα που άφησε πίσω του ένα μακρύ παρελθόν εθνωτικών συγκρούσεων. Η περιθωριοποίηση, η καταπίεση και η στέρηση στα Βαλκάνια πρέπει να αφήσουν τη θέση τους στην ολοκλήρωση, τη δημοκρατική διακυβέρνηση και την οικονομική αλληλεξάρτηση. Η εμβάθυνση και διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) δημιούργησαν νέες ελπίδες ότι, καθώς η Νοτιοανατολική Ευρώπη θα εντάσσεται προοδευτικά στην υπόλοιπη Ευρώπη, η προοπτική του πολέμου θα ήταν αδιανόητη.

    Πέρα από την προσχώρηση στην ΕΕ, η περιφερειακή συνεργασία θεωρείται ευρύτερα ως βασικός παράγοντας για την εδραίωση της ειρήνης και την ευημερία στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης. Το Σύμφωνο Σταθερότητας στοχεύει στην προώθηση της περιφερειακής συνεργασίας σε τρεις κρίσιμους τομείς: α) Ασφάλεια και εσωτερικές υποθέσεις. Το Σύμφωνο Σταθερότητας δημιούργησε ένα πολυμερές πλαίσιο για την αντιμετώπιση των διμερών διενέξεων, την προστασία των μειονοτήτων και την οργάνωση των ειρηνευτικών δυνάμεων στα Βαλκάνια. β) Κοινωνία των πολιτών και εκδημοκρατισμός. Η ενίσχυση των θεσμών, η παιδεία, οι πολιτιστικές πρωτοβουλίες και η κατάρτιση ηγετικών στελεχών αποτελούν ουσιαστικές συνιστώσες της διαδικασίας ευρωπαϊκής και ευρω-ατλαντικής ολοκλήρωσης. γ) Οικονομική ανάπτυξη. Ιδρύθηκε ένας Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με έδρα τη Θεσσαλονίκη, για τον συντονισμό της χρηματοδότησης και την προώθηση των αναπτυξιακών προσπαθειών των χωρών της Βαλκανικής.

    Το Σύμφωνο Σταθερότητας συμπληρώνει πρωτοβουλίες που είχαν ήδη ξεκινήσει όπως η Διαδικασία Ρουαγιομόν, μια κοινοτική πρωτοβουλία η οποία προέκυψε από το θετικό κλίμα που είχε δημιουργήσει η Ειρηνευτική Συμφωνία του Ντέητον του 1995. Η διαδικασία του Ρουαγιομόν επιδιώκει τη βελτίωση της σταθερότητας και των σχέσεων καλής γειτονίας στη ΝΑ Ευρώπη, προωθώντας τους θεσμούς της κοινωνίας των πολιτών και τον εκσυγχρονισμό των πολιτικών δομών. Ελπίζει επίσης ότι θα μπορέσει να δημιουργήσει ένα διεθνές δίκτυο ΜΚΟ, ανοίγοντας τους διαύλους επικοινωνίας μεταξύ μη κυβερνητικών φορέων από διάφορες χώρες. Ωστόσο, λόγω της έλλειψης οικονομικών πόρων και των αντικρουόμενων συμφερόντων των κρατών μελών της ΕΕ, οι δραστηριότητες του Ρουαγιομόν παρέμειναν αρχικά κάπως περιορισμένες.

    Η πρωτοβουλία για την οικονομική συνεργασία της Νοτιανατολικής Ευρώπης South East Europe Co-operative Initiative (SECI), που ξεκίνησε στα τέλη του 1996 μετά από εισήγηση των ΗΠΑ, ήταν ο πρώτος θεσμός ο οποίος συγκέντρωσε τα δύο μέρη της Ευρω-Ατλαντικής Συνεργασίας και τις χώρες της ΝΑ Ευρώπης. Πρωταρχικός στόχος της είναι η προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης και αλληλεξάρτησης μέσα από τη διασυνοριακή συνεργασία.

    Η Διαβαλκανική Συνεργασία, (IBC) επίσης γνωστή ως Διαδικασία Συνεργασίας των χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (SEEPC) ήταν το πρώτο φόρουμ συνεργασίας που δημιουργήθηκε από τα βαλκανικά κράτη, χωρίς την παρέμβαση χωρών εκτός των Βαλκανίων. Το πρώτο Βαλκανικό Σύμφωνο υπεγράφη το 1934, αλλά οι δραστηριότητες του σταμάτησαν στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Η Διαβαλκανική Συνεργασία αναζωογονήθηκε το 1996, με την υπογραφή της διακήρυξης σταθερότητας, ασφάλειας και συνεργασίας μεταξύ Αλβανίας, Βουλγαρίας, ΟΔΓ, Ελλάδας, Ρουμανίας και Τουρκίας, στη Σόφια της Βουλγαρίας. Η απόφαση της Ελλάδας να συγκαλέσει την πρώτη σύνοδο κορυφής της IBC στην Κρήτη, στις 4 Νοεμβρίου του 1997, προσέφερε μια σημαντική ευκαιρία για την προώθηση ενός κλίματος περιφερειακής εμπιστοσύνης και συνεργασίας. Στην κοινή τους δήλωση, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων όλων των κρατών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης επαναβεβαίωσαν τη δέσμευση τους να συμμετάσχουν στη διαδικασία της ευρωπαϊκής και ευρω-ατλαντικής ολοκλήρωσης.

    Παρόλο που κάθε μία από τις πρωτοβουλίες αυτές θεωρήθηκε πολύτιμη από μόνη της, είχε καταστεί σαφές ότι η εμπλοκή χωρών εκτός περιοχής θα απέβαινε αντιπαραγωγική, αν δεν υπήρχε μία σαφής, ολοκληρωμένη πολιτική για τη ΝΑ Ευρώπη. Η πολιτική αυτή θα έπρεπε να επιτρέψει σε μία περιοχή, την οποία ιστορικά η παγκόσμια κοινότητα με τα ανταγωνιστικά συμφέροντα και αντιφατικά μηνύματα της είχε υποβαθμίσει, εξαρτήσει και διχάσει να αναλάβει τις ευθύνες της. Για τη ΝΑ Ευρώπη το γεγονός ότι η ΕΕ, οι ΗΠΑ και η Ρωσσία συνεργάζονται στα πλαίσια του Συμφώνου Σταθερότητας ήταν από μόνο του αιτία αισιοδοξίας: φαινόταν ότι η «Βαλκανοποίηση» της περιοχής είχε επιτέλους αντικατασταθεί από τον συντονισμό των διεθνών προσπαθειών.

    Παρ΄ όλα αυτά η κρίση στο Κόσοβο αποκάλυψε διάσταση ορισμένων απόψεων μεταξύ μερικών Βαλκανικών χωρών. Οι ηγέτες τόσο της περιοχής όσο και της διεθνούς κοινότητας θα έπρεπε να συνεργαστούν στενά για ν' αποτρέψουν την εκδήλωση αναταραχών στην περιοχή. Παρόλο που το ΝΑΤΟ είχε υποδεχτεί θετικά το σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισε η Ελλάδα, το μόνο μέρος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε στην περιοχή αλλά και το ρόλο μελλοντικών μελών του ΝΑΤΟ, όπως η Βουλγαρία και η Σλοβακία, οι εναέριες επιδρομές του ΝΑΤΟ έγιναν δεκτές με ικανοποίηση στην Ευρώπη.

    Αν και η κρίση στο Κόσοβο τόνισε την έντονη ανάγκη για ευρύτερη συνεργασία στην περιοχή, όμως προκάλεσε αμφιβολίες γύρω από την ικανότητα των διεθνών οργανισμών, όπως τα Ενωμένα Έθνη, να ενισχύσουν την ειρήνη μέσω διπλωματικών μεθόδων. Επιπρόσθετα ο πόλεμος υπογράμμισε τη σημασία της ενδυνάμωσης της ενότητας και της σταθερότητας στην Ευρώπη, δημιουργώντας πραγματικές προοπτικές για τη Ν.Α Ευρώπη και ενισχύοντας ταυτόχρονα την άμυνα και την ασφάλεια στην Ε.Ε.

    Το συμπόσιο της Σύμης του 1999 επεδίωξε να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα γύρω από τη μελλοντική σταθερότητα και ευημερία στη Ν.Α Ευρώπη εξετάζοντας τις αιτίες και τις αντιδράσεις στις παλιότερες συγκρούσεις και προβλήματα που υπήρξαν στην περιοχή. Ειδικότερα οι συζητήσεις στόχευσαν:

    1. Σε μια αυτοκριτική ανάλυση των διδαγμάτων που προκύπτουν από την εμπειρία του πολέμου στο Κόσοβο, προκειμένου ν' αποτραπεί μια επανάληψη παρόμοιων τραγωδιών στην καρδιά της Ευρώπης.
    2. Στη διερεύνηση πιθανών προσεγγίσεων για τη βελτίωση της συνεργασίας στην περιοχή μεταξύ των όμορων κρατών και κοινοτήτων, καθώς επίσης και στη διαμόρφωση θεσμών και μηχανισμών που θα βοηθήσουν στην ανάπτυξη μιας δημοκρατικής πλουραλιστικής κοινωνίας των πολιτών.
    3. Στην εξέταση των προοπτικών αλλά και των εμποδίων που υπάρχουν για την ενσωμάτωση των Βαλκανικών χωρών στην Ε.Ε κατά τη γνώμη των μελών της Ε.Ε, των υποψηφίων μελών και των χωρών που δεν είναι ακόμα υποψήφια μέλη.
    4. Στην επανεκτίμηση του ρόλου των διεθνών οργανισμών στις επιχειρήσεις για τη διατήρηση της ειρήνης και στις προσπάθειες για σταθεροποίηση της κοινής εξωτερικής Ευρωπαϊκής πολιτικής και της πολιτικής γύρω από τα θέματα άμυνας.
    5. Στην εξέταση των νέων προκλήσεων που ανήκουν στο χώρο της Ευρωπαϊκής Αριστεράς τις οποίες καλούνται να αντιμετωπίσουν οι πολιτικοί και οι υπεύθυνοι διαμόρφωσης πολιτικής υπό την προοπτική της κατάρρευσης της παραδοσιακής διάκρισης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, σε συσχετισμό με τη χρήση ένοπλης βίας και ξένης παρέμβασης.
  2. Πολιτικές και νομικές επιπτώσεις της παρέμβασης στη νοτιοανατολική Ευρώπη

    Το Συμπόσιο ξεκίνησε με μία ευρεία συζήτηση σχετικά με τις επιπτώσεις του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, που αξιολογήθηκαν στο πλαίσιο των συμβατικών αξιών, αρχών και στόχων της παγκόσμιας τάξης, έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

    Ο σεβασμός των αρχών του διεθνούς δικαίου

    Οι αμφισβητούμενες νομικές και πολιτικές δικαιολογίες που επικαλέσθηκε το ΝΑΤΟ, για να υποστηρίζει τις ενέργειες του, γέννησαν αμφιβολίες σε μεγάλη μερίδα των Ευρωπαίων πολιτών. Οι οπαδοί της στρατιωτικής επέμβασης ισχυρίστηκαν ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι πιο σημαντική αρχή από το σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας. Η προσπάθεια του ΝΑΤΟ να δικαιολογήσει τη χρήση της βίας, αμφισβητήθηκε για το λόγο ότι η απαγόρευση της χρήσης βίας αποτελεί μια τόσο θεμελιώδη αρχή του διεθνούς δικαίου, ώστε να μην μπορεί μονομερώς να τροποποιηθεί από ένα κράτος ή μία μικρή ομάδα κρατών. Έστω και αν η θέση αυτή γινόταν δημοκρατικά αποδεκτή ως νόμιμη, πριν από την επικύρωση της θα χρειαζόταν να τροποποιηθεί σημαντικά το διεθνές δίκαιο. Και πώς θα μπορούσε να ελεγχθεί η μεταβολή αυτή με τρόπο που να εγγυάται τη δημοκρατικής συναίνεση της διεθνούς κοινότητας; Και γιατί επελέγησαν ειδικά τα Βαλκάνια για την επίθεση, όταν παραβιάζονται κατάφορα τα ανθρώπινα δικαιώματα, σε καθημερινή βάση, σε πολλές χώρες στον κόσμο;

    Ένας ομιλητής περιέγραψε τους βομβαρδισμούς στο Κόσοβο σαν εκδήλωση της δύναμης της εξουσίας και όχι του κράτους δικαίου. Τονίσθηκε ότι το να ζητά κάποιος τη μεταβολή του διεθνούς δικαίου, προκειμένου να υποστηρίξει τις αρχές του, αποτελεί επικίνδυνο προηγούμενο και μπορεί να δώσει λαβή για παρερμηνεία, δυσκολεύοντας την εφαρμογή των κανόνων δικαίου. Αν άλλες χώρες αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν βία εναντίον άλλων χωρών, εφαρμόζοντας τη δική τους ερμηνεία για τα «ανθρώπινα δικαιώματα» ή «τις δημοκρατικές αρχές», ποιος θα κρίνει αυτές τις πράξεις; Θεωρητικά, τα Ηνωμένα Έθνη (ΟΗΕ) φαίνεται να είναι ο καλύτερος υποψήφιος γι' αυτόν τον ρόλο, αλλά η αποτυχία του ΟΗΕ να επιβάλει τις αποφάσεις του στη διάρκεια της κρίσης στο Κοσσυφοπέδιο έχει δημιουργήσει αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα του Οργανισμού να τηρήσει τη διεθνή τάξη με διπλωματικά μέσα.

    Πολλοί συμμετέχοντες ήταν της άποψης ότι η έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης κατά των επιδρομών του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη οφείλονταν ακριβώς σ' αυτήν την έλλειψη διεθνούς εντολής, κυρίως στις χώρες των οποίων οι κυβερνήσεις υποστήριζαν τις νατοϊκές επιχειρήσεις, παρόλο που η πλειοψηφία των πολιτών τους ήταν αντίθετοι. Αυτή η έλλειψη νομιμότητας θα μπορούσε επίσης να επηρεάσει αρνητικά την αποτελεσματικότητα των μελλοντικών δράσεων του ΝΑΤΟ. Προτάθηκε η θεσμοθέτηση ενός διαλόγου μεταξύ νομικών εμπειρογνωμόνων, κάτω από την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, για την ενίσχυση του νομικού πλαισίου, στο οποίο θα στηρίζονται τυχόν μελλοντικές παρεμβάσεις κατά κρατών οι κυβερνήσεις των οποίων διαπράττουν εγκλήματα κατά του ίδιου του λαού τους.

    Το στρατιωτικό πλαίσιο: μία πύρρειος νίκη;

    Αν και οι βομβαρδισμοί στο Κοσσυφοπέδιο προκάλεσαν πολλές διαφορετικές αντιδράσεις, τόσο σε πολιτικό, όσο και σε εθνικό επίπεδο, υπήρχε ιδιαίτερα μεγάλη απόκλιση μεταξύ Αμερικανών και Ευρωπαίων ως προς την ερμηνεία των γεγονότων. Η Ουάσιγκτον θεώρησε τον πόλεμο ως νίκη σε δύο μέτωπα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν πρώτον καταφέρει να διατηρήσουν συμπαγή τη Συμμαχία, παρ' όλες τις εσωτερικές πιέσεις λόγω διάστασης απόψεων μεταξύ των μελών σχετικά με τα υπέρ της στρατιωτικής παρέμβασης. (Αυτή η διάσταση απόψεων μέσα στο ΝΑΤΟ δεν προβλήθηκε, ούτε τονίστηκε από τα αμερικανικά ΜΜΕ και σαν αποτέλεσμα οι περισσότεροι Αμερικανοί δε γνώριζαν την έκταση της συζήτησης που λάμβανε χώρα στην Ευρώπη σχετικά με την αιτιολόγηση και τις συνέπειες της παρέμβασης). Δεύτερον, ο βομβαρδισμός της Σερβίας θεωρήθηκε ως νίκη της στρατηγικής επίθεσης, μιας επιλογής που επί δεκαετίες αμφισβητούσαν οι στρατιωτικοί κύκλοι των ΗΠΑ.

    Η κρίση στο Κόσοβο προκάλεσε τελείως διαφορετικές αντιδράσεις στην Ευρώπη. Στη νατοϊκή επέμβαση έλαβαν μέρος, για πρώτη φορά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, γερμανικά στρατεύματα σε επιθετικές επιχειρήσεις στην Ευρώπη. Το γεγονός αυτό δημιούργησε μεγάλη ένταση στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και στην ίδια τη Γερμανία. Ο πόλεμος δίχασε την Ανατολική και τη Δυτική Γερμανία. Η Ανατολική ήταν αντίθετη στον πόλεμο, ενώ η Δυτική υπέρ. Στην Ελλάδα, ο λαός εκφράστηκε ομόφωνα κατά των βομβαρδισμών, που απειλούσαν το αίσθημα ασφάλειας των ανθρώπων και πυροδοτούσαν τις θρησκευτικές ευαισθησίες. Πάρα πολλοί πολίτες κατέβηκαν στο δρόμο για να διαμαρτυρηθούν, υποχρεώνοντας την κυβέρνηση να ακροβατεί ανάμεσα στη λαϊκή οργή και τις υποχρεώσεις της απέναντι στους συμμάχους του ΝΑΤΟ και στην ΕΕ.

    Παρόλο που οι αντιδράσεις στις άλλες χώρες ήταν λιγότερο έντονες, η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο θέμα του Κόσοβο θεωρήθηκε γενικά ως ασυμβίβαστη με την πάγια επιδίωξη να αποκτήσει η Ευρώπη μια ισχυρή, ανεξάρτητη φωνή στα διεθνή ζητήματα. Από στρατιωτική άποψη, η Ευρώπη υποχρεώθηκε να δεχθεί την εξάρτηση της από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Π.χ., η Ευρώπη δεν είχε μέσα παρατήρησης και έπρεπε να στηρίζεται αποκλειστικά στις δορυφορικές εικόνες και τις αναφορές των αμερικανικών δυνάμεων. Επίσης η ΕΕ δε διέθετε την απαιτούμενη υποδομή μεταφορών και επικοινωνιών για τη διεξαγωγή μιας τέτοιας επιχείρησης. Η συνειδητοποίηση αυτής της εξάρτησης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ πιθανώς ενέτεινε το αίσθημα απογοήτευσης των Ευρωπαίων ηγετών και πολιτών.

    Είχε επικρατήσει η αντίληψη ότι για να θεωρηθεί η Ευρώπη ως σημαντικός παράγοντας στη διεθνή σκηνή, ικανή να αναλαμβάνει ειρηνευτικές αποστολές στο έδαφος της, έπρεπε να ενισχύσει τις δυνατότητες της στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας. Το θέμα αυτό συζητήθηκε ευρύτατα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ταυτότητας Ασφάλειας και ʼμυνας. Αν και είχε γίνει δεκτό ότι η πρόσφατη κρίση στο Κόσοβο θα επιτάχυνε τις ευρωπαϊκές προσπάθειες για την ανάπτυξη ενός αξιόπιστου συστήματος άμυνας και ασφάλειας, δε φαινόταν να υπάρχει σύμπτωση απόψεων ως προς την ακολουθητέα διαδικασία. Αρκετοί μετέχοντες τόνισαν πόσο σημαντικό είναι να γίνουν ουσιαστικές πρόοδοι στον τομέα αυτό*.

    * Η ΕΕ δέχθηκε αργότερα (στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι, τον Δεκέμβριο 1999) τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής δύναμης ταχείας επέμβασης, ανεξάρτητης από το ΝΑΤΟ. Η ιδέα για τη δύναμη αυτή των 60.000 ανδρών, προέκυψε εν μέρει από τις αδυναμίες των Ευρωπαίων συμμάχων στον τομέα της διοικητικής μέριμνας που αποκαλύφθηκαν στη διάρκεια των επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ στο Κόσοβο. Η νέα δύναμη, που θα συγκροτηθεί το 2003, προορίζεται για επεμβάσεις σε περίπτωση κρίσεων στην Ευρώπη, στις οποίες δεν επιθυμούν να εμπλακούν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

    Η πολιτική διάσταση

    Οι πολιτικές επιπτώσεις της κρίσης στο Κοσσυφοπέδιο δεν περιορίστηκαν στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Παρόλο που οι προεκτάσεις της ήταν διαφορετικές, ο αντίκτυπος έγινε αισθητός σε όλη την ήπειρο.

    Οι Δυτικοευρωπαίοι ηγέτες συνάντησαν δυσκολίες, όταν χρειάστηκε να προετοιμάσουν τον λαό τους στην ιδέα ότι θα διεξήγαγαν πόλεμο εναντίον μιας άλλης ευρωπαϊκής χώρας και να τον πείσουν ότι η χρήση βίας ήταν τόσο αναπόφευκτη, όσο και εποικοδομητική. Πολλοί είχαν επιφυλάξεις, για το πώς ο βομβαρδισμός στόχων στη Γιουγκοσλαβία θα προστάτευε τους Αλβανούς στο Κόσοβο και μάλιστα ανησυχούσαν ότι η ριζοσπαστική αντιμετώπιση των γεγονότων θα ήταν αντιπαραγωγική και θα αύξανε τον κίνδυνο για τον αλβανικό λαό. Οι πολίτες διερωτήθηκαν επίσης, γιατί είχαν εγκαταλειφθεί οι προσπάθειες για διπλωματική επίλυση της κρίσης, πρόωρα κατά την άποψη πολλών. Υπήρχε μια δυσάρεστη εντύπωση ότι είχε παρακαμφθεί ο διεθνής διαμεσολαβητικός ρόλος του ΟΗΕ. Επισημάνθηκε ότι ένας Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών χωρίς πραγματική εξουσία κινδύνευε να περιπέσει σε αχρηστία και αυτό θεωρήθηκε επικίνδυνο για το σεβασμό του κράτους δικαίου και τη συνοχή της διεθνούς κοινότητας. Το δικαίωμα συνασπισμού δυτικών χωρών, όπως το ΝΑΤΟ, να καθορίζουν τις μελλοντικές αρχές και τους στόχους της διεθνούς κοινότητας αμφισβητήθηκε, κυρίως στη σημερινή εποχή της αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης.

    Η εικόνα εκ των έσω: το εύθραυστο μέλλον της Σερβίας

    Στο εσωτερικό της Σερβίας, η πολιτική κατάσταση παρέμενε κρίσιμη. Ο λαός της Γιουγκοσλαβίας ζούσε κάτω από συνθήκες φτώχειας και φόβου. Ο πόλεμος είχε, εξαλείψει κάθε προοπτική για αυθεντική δημοκρατία και πολυκομματισμό. Στη θέση τους κυριαρχούσαν η διαφθορά και η εγκληματικότητα. Το κράτος είχε ουσιαστικά «εγκληματικοποιήσει» την οικονομία, ενώ το εμπόριο και οι εμπορικές οδοί, οι άδειες εισαγωγής και εξαγωγής και άλλες σημαντικές πηγές εισοδήματος ελέγχονταν από τους προνομιούχους «ημέτερους» του καθεστώτος του Μιλόσεβιτς.

    Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο εκδημοκρατισμός φαινόταν σαν κάτι το ανέφικτο ή σε κάθε περίπτωση, σαν μια οδυνηρά αργή διαδικασία. Ένας σύνεδρος παρατήρησε ότι το καθεστώς του Μιλόσεβιτς δε θα μπορούσε να είχε παραμείνει στην εξουσία για τόσο μακρύ διάστημα, χωρίς κάποιο ποσοστό λαϊκής συναίνεσης. Διατυπώθηκαν ανησυχίες, όσον αφορά τον βαθμό στον οποίο η σερβική κοινωνία είχε αφήσει τον εαυτό της να «παγιδευτεί» ανάμεσα στην αδιαλλαξία και την προδοσία. Όσο παρατείνεται αυτή η κατάσταση, είναι προφανές ότι ελάχιστη σημασία έχει το ποιος είναι στην αντιπολίτευση. Ο εκδημοκρατισμός πρέπει να σημαίνει αλλαγή καθεστώτος και όχι απλά αλλαγή ηγεσίας. Η επιβολή τραυματικών κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων σε έναν πληθυσμό που είναι ήδη τραυματισμένος, δεν αποτελούσε βιώσιμη λύση σ'αυτήν τη φάση. Για το λόγο αυτό κρίθηκε ότι η καταστολή της βίας μεταξύ των διαφόρων εθνωτικών ομάδων και η δημιουργία αισθήματος ασφάλειας έπρεπε να προηγηθούν της εγκαθίδρυσης δημοκρατικών θεσμών.

  3. Περιφερειακή συνεργασία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη

    Στη διάρκεια αυτής της συνεδρίασης, οι μετέχοντες μελέτησαν τις πιο πρόσφατες προσπάθειες της εποχής εκείνης, για την ενίσχυση της συνεργασίας στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, με ειδική αναφορά σε πρωτοβουλίες που είχαν ως στόχο να φέρουν τις μη υποψήφιες χώρες πιο κοντά στην ΕΕ. Δεδομένης της επιθυμίας όλων αυτών των χωρών να ενταχθούν κάποτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι μετέχοντες συμφώνησαν γενικά ότι η περιφερειακή συνεργασία έπρεπε να θεσμοθετηθεί με έναν τρόπο που θα συνέβαλε - και πάντως δε θα παρεμπόδιζε - την προετοιμασία τους για προσχώρηση στην ΕΕ. Η εγκαθίδρυση των θεσμών καθώς και των μηχανισμών συνεργασίας θα εξασφάλιζε τη μονιμότητά της.

    Η ισχύς εν τη ενώσει: η συνεργασία ως μέσο αμοιβαίας στήριξης

    Η περιφερειακή συνεργασία περιγράφηκε ως σημαντικό μέσο που θα βοηθήσει την περιοχή να επιλύσει τα προβλήματα της. Αν και η εξωτερική διαμεσολάβηση μπορεί να επιταχύνει την προενταξιακή διαδικασία για τις μη υποψήφιες χώρες, όπως τόνισε ένας σύνεδρος, η διαμεσολάβηση μπορεί επίσης να αποτελέσει μέσο εκμετάλλευσης ή χειραγώγησης λιγότερο ισχυρών χωρών και δεν εξυπηρετεί, κατ' ανάγκη, τα καλύτερα συμφέροντα της ευρύτερης περιοχής της ΝΑ Ευρώπης. Καθώς θα προωθεί τις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια της ενταξιακής διαδικασίας, η ΕΕ πρέπει να φροντίσει να μη διαταραχθεί η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην εναρμόνιση των νομοθεσιών και την αντιμετώπιση των εσωτερικών προβλημάτων κάθε χώρας. Η ένταξη στην ευρύτερη ευρωπαϊκή οικογένεια πρέπει να οδηγήσει στη χάραξη ενός «οδικού χάρτη» για την περιοχή, με σαφή κριτήρια που πρέπει να τηρήσει κάθε χώρα: βελτιωμένα συστήματα διακυβέρνησης, αποτελεσματική αγορά, ισχυροί δημοκρατικοί θεσμοί και ένας δυναμικός πολιτικός τομέας.

    Εκπρόσωποι των βαλκανικών χωρών, αναφέρθηκαν στην αδυναμία που αισθάνονται σε ό,τι αφορά την ικανότητα τους να αποτρέψουν τις συγκρούσεις στην περιοχή. Υπογραμμίστηκε ότι, αντί να ζυγίζουν την ορθότητα ή μη των νατοϊκών βομβαρδισμών, οι ηγέτες των βαλκανικών χωρών θα έπρεπε να αναζητήσουν άλλες μεθόδους για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των κρίσεων, αποτρέποντας έτσι το ενδεχόμενο μιας νέας στρατιωτικής παρέμβασης. Η αναζήτηση και ο συντονισμός νέων προσεγγίσεων για την επίλυση των κρίσεων θεωρήθηκε ζωτικής σημασίας από την άποψη αυτή.

    Για να επανέλθει η Σερβία στους κόλπους της Ευρώπης

    Συζητήθηκε επίσης η περιφερειακή συνεργασία ως μέσο για την προώθηση των αλλαγών στο εσωτερικό της ίδιας της Σερβίας. Εκτός από την ανθρωπιστική βοήθεια, επισημάνθηκαν τρεις άλλοι βασικοί τομείς στους οποίους χρειάζεται η Σερβία βοήθεια και τεχνογνωσία : α) η δημιουργία πολιτικών συνασπισμών β) η λειτουργία ανεξάρτητων ΜΜΕ και γ) η ανάπτυξη ενός αξιόπιστου δικτύου ΜΚΟ. Η στήριξη των κομμάτων της αντιπολίτευσης θεωρήθηκε σημαντική για την επίτευξη και των τριών αυτών στόχων. Αναφέρθηκε σχετικά το θετικό αποτέλεσμα που είχε η υποστήριξη της Αλληλεγγύης από τη Δύση στην Πολωνία. Η δημιουργία ευκαιριών για την ανταλλαγή ιδεών και εμπειριών με ανθρώπους από άλλες χώρες είναι βέβαιο ότι θα ενίσχυε το αίσθημα ασφάλειας του σερβικού λαού, που αναπόφευκτα ένοιωθε ότι είχε θυματοποιηθεί και αποκλεισθεί από την ευρωπαϊκή κοινωνία μετά τις αεροπορικές επιδρομές. Πολλοί μετέχοντες υπογράμμισαν ότι οι συντονισμένες προσπάθειες, προκειμένου να συμπεριληφθεί η Σερβία στις περιφερειακές πολιτικές, είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία όλων αυτών των πρωτοβουλιών και ο ασφαλέστερος τρόπος να αποφευχθεί μια νέα κρίση στην περιοχή.

    Όσον αφορά στις κυρώσεις της ΕΕ κατά της Γιουγκοσλαβίας, υποστηρίχθηκε ότι η απομόνωση της Σερβίας θα απέβαινε αντιπαραγωγική στην πράξη. Αν δε στηριχθούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης από τη Δύση, οι θετικές αυτές δυνάμεις είτε θα καταρρεύσουν, είτε θα κατασταλούν. Η απομόνωση της Σερβίας θα τάραζε επίσης σημαντικά την ισορροπία των δυνάμεων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, επειδή είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγούσε στην εμφάνιση ενός ανεξάρτητου Κόσοβο, δημιουργώντας έτσι ένα επικίνδυνο προηγούμενο για την περιοχή όσον αφορά στο απαραβίαστο των συνόρων.

    Η ανασυγκρότηση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης:
    Ο επιμερισμός του κόστους και των οφελών

    Επειδή η φτώχεια είναι μία από τις σοβαρότερες απειλές για τον εκδημοκρατισμό, η περιφερειακή συνεργασία σε οικονομικά θέματα είναι ουσιώδης για τη διαδικασία της ανασυγκρότησης. Δεδομένου ότι η ευρεία απελευθέρωση και ιδιωτικοποίηση αποτελούν πλέον κανόνα στις περισσότερες δυτικές δημοκρατίες, πώς θα μπορέσουν οι περιφερειακές κυβερνήσεις να διαπραγματευτούν προγράμματα συνεργασίας, που θα έχουν ως σκοπό να μεγιστοποιήσουν τα αμοιβαία οφέλη των οικονομικών σχέσεων; Στο πλαίσιο αυτό σημειώθηκε ότι οι επιχειρηματικές κοινότητες της Ελλάδας και της Τουρκίας έχουν φθάσει σήμερα σε καλύτερο επίπεδο σχέσεων, σε σύγκριση με τις κυβερνήσεις ή τους πολιτιστικούς φορείς. Η αξιοποίηση των δυνατοτήτων για αμοιβαία οφέλη που προσφέρουν οι εμπορικές συναλλαγές, θα συνέβαλε ουσιαστικά στη διαμόρφωση σχέσεων καλής γειτονίας στην περιοχή, ενώ θα βοηθούσε στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της οικονομίας των Βαλκανίων. Υπογραμμίστηκε και πάλι το οικονομικό και πολιτικό κόστος που συνεπάγεται ο αποκλεισμός της Σερβίας από τη διαδικασία αυτή, λόγω της ανάγκης να υλοποιηθεί μια ολοκληρωμένη και περιεκτική περιφερειακή πολιτική.

    Επισημάνθηκαν ορισμένες από τις οικονομικές πτυχές του πρόσφατου πολέμου, με ιδιαίτερη έμφαση στον σωστό επιμερισμό του βάρους και των οφελών της ανασυγκρότησης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δήλωσαν ότι δε θα συμμετάσχουν στη χρηματοδότηση της διαδικασίας ανασυγκρότησης, με το επιχείρημα ότι είχαν ήδη αναλάβει σημαντικό μέρος της δαπάνης των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Με βάση ποια κριτήρια λοιπόν πρέπει να γίνει ο επιμερισμός της εξωτερικής βοήθειας ανάμεσα στους διάφορους τομείς των εθνικών οικονομιών; Δεδομένου ότι η μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση των οικονομιών της περιοχής θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από τα ερείσματα της μελλοντικής σταθερότητας και ευημερίας, φαίνεται συνετό η διαδικασία της ανασυγκρότησης να σχεδιασθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να οδηγήσει σε κάποιο καταμερισμό της εργασίας και των ωφελημάτων μεταξύ των εμπλεκομένων οικονομιών. Αν και η άποψη αυτή έγινε θεωρητικά δεκτή, η εφαρμογή της στην πράξη μπορεί να αποδειχθεί πιο δύσκολη. Το κύμα των προσφύγων από τη Γιουγκοσλαβία, πέρα από το γεγονός ότι έχει διαταράξει την ευαίσθητη ισορροπία ανάμεσα στις διάφορες εθνότητες των γειτονικών χωρών, αποτελεί και σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τις ήδη εξασθενημένες οικονομίες τους. Εκφράστηκε ανησυχία ότι η πίεση αυτή πιθανώς να παρακώλυε την πρόοδο των οικονομικών μεταρρυθμίσεων που έχουν ξεκινήσει στις χώρες αυτές, με σκοπό τη βελτίωση των πιθανοτήτων τους για ένταξη στην ΕΕ.

    Κοιτάζοντας μπροστά: Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις

    Αναλύθηκε διεξοδικά η πρόσφατη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η συζήτηση για το ποιοι παράγοντες έχουν αλλάξει, διευκολύνοντας έτσι τη διαδικασία αυτή, έδειξε ότι η βελτίωση των διμερών σχέσεων οφείλεται στο γεγονός ότι οι συνομιλίες των δύο πλευρών αφορούν συγκεκριμένα θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, μη ιδεολογικού χαρακτήρα. Εξάλλου, η πρόσφατη κρίση στη ΝΑ Ευρώπη υπογράμμισε τη σημασία της ανάπτυξης πιο εποικοδομητικών σχέσεων ανάμεσα σε γείτονες χώρες. Αν η Ελλάδα και η Τουρκία καταφέρουν να αξιοποιήσουν τις ευνοϊκές συνθήκες για να συζητήσουν μακροχρόνια διμερή θέματα, όπως την προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, ην υπερνίκηση των φυλετικών προκαταλήψεων και τη διευθέτηση των συνοριακών διαφορών με ειρηνικά μέσα, θα αποτελούσαν παράδειγμα προς μίμηση για τις άλλες βαλκανικές χώρες.

    Μέχρι σήμερα, ένα μακρύ παρελθόν εντάσεων είχε δημιουργήσει ένα τεχνητό περιβάλλον, στο οποίο οι δύο λαοί δεν είχαν ουσιαστικά καμία επαφή μεταξύ τους. Λόγω αυτής της κατάστασης, οι αντιλήψεις του ενός λαού για τον άλλο στηρίζονταν, όλο και περισσότερο, σε αρνητικά στερεότυπα και βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις. Στο παρελθόν, η ελληνική και η τουρκική μειονότητα αντιμετωπίσθηκαν με καχυποψία και περιφρόνηση, σαν αποτέλεσμα των τεταμένων σχέσεων ανάμεσα στις δυο χώρες. Παραδείγματος χάρη, κάθε φορά που αναζωπυρωνόταν η ένταση για το Κυπριακό, η ελληνική μειονότητα υφίστατο τις συνέπειες στην Τουρκία, ενώ οι μουσουλμανικές μειονότητες στην Ελλάδα ένοιωθαν και εκείνες την πίεση. Τα εκδικητικά αυτά σχήματα συμπεριφοράς είχαν τραυματικές επιπτώσεις για τις μειονότητες, οι οποίες ταυτίσθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, με την αιτία της σύγκρουσης. Οι μετέχοντες παρατήρησαν, εξάλλου, ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία είχαν καταφύγει σε τακτικές που η άλλη πλευρά θεωρούσε προκλητικές ή αποσταθεροποιητικές. Π.χ., η Τουρκία είχε προσπαθήσει να προκαλέσει κρίση στη Δυτική Θράκη, ώστε να υπονομεύσει τις προσπάθειες της Ελλάδας να ασκήσει πίεση στην Τουρκία για το διωγμό της κουρδικής μειονότητας. Επίσης, οι τουρκικές εφημερίδες δημοσιεύουν τακτικά εμπρηστικές ειδήσεις ότι δήθεν η Ελλάδα στηρίζει κουρδικές τρομοκρατικές οργανώσεις.

    Η προοδευτική ηγεσία είναι βεβαίως ουσιαστικής σημασίας για τη συμφιλίωση των δύο χωρών εκφράστηκε, ωστόσο, συγκρατημένη αισιοδοξία για τον αντίστοιχο ρόλο που μπορεί να παίξει στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας η αυξανόμενη λαϊκή υποστήριξη. Ένας σύνεδρος παρατήρησε ότι παρόλο που το κράτος παραδοσιακά είχε τον πρωτεύοντα ρόλο στη διάπλαση της κοινωνίας στην Ελλάδα και στην Τουρκία, οι μεσαίες τάξεις σήμερα κερδίζουν έδαφος και στις δύο χώρες. Αυτό επηρεάζει θετικά την εσωτερική και την εξωτερική πολιτική, εφόσον οι προτεραιότητες της μεσαίας τάξης τείνουν να υπαγορεύονται από φιλελεύθερες αρχές και οικονομικά συμφέροντα. Η διάδοση της σύγχρονης λαϊκής κουλτούρας και η ανάπτυξη του τουρισμού θεωρήθηκαν επίσης ως ευνοϊκοί παράγοντες, με την ελπίδα ότι οι κοσμοπολίτικες αυτές επιδράσεις δε θα επιτρέψουν τελικά την επικράτηση κοινότοπων σοβινιστικών αντιλήψεων.

    Στο ευρύτερο πλαίσιο της περιφερειακής σταθερότητας, επισημάνθηκε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Τουρκία, με την Τουρκία να αναλαμβάνει έναν ενδιάμεσο ρόλο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.

  4. Η περιφερειακή συνεργασία και ο πολίτης

    Οι προσπάθειες για την προώθηση της περιφερειακής συνεργασίας, ξεκινούν συνήθως από τις κυβερνήσεις. Στη διάρκεια αυτής της συνεδρίασης, οι μετέχοντες μελέτησαν καινοτόμους κατευθύνσεις που θα φέρουν την όλη διαδικασία πιο κοντά στον πολίτη, μέσα από πολιτιστικές, εκπαιδευτικές, αθλητικές, θρησκευτικές και επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Η δημιουργία και στήριξη μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ) και οι πρωτοβουλίες στο χώρο της παιδείας, προσδιορίστηκαν ως οι δύο απαραίτητοι παράλληλοι μηχανισμοί για την ενδυνάμωση της κοινωνίας των πολιτών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

    Το υλικό σκέλος και το λογισμικό της ανασυγκρότησης

    Μεγάλο μέρος της συζήτησης εστιάστηκε σ'αυτό που ονομάστηκε το «υλικό σκέλος» της ανασυγκρότησης, δηλαδή την ανακατασκευή των δρόμων, των γεφυρών και της υπόλοιπης υποδομής στο Κοσσυφοπέδιο αφενός και το «λογισμικό» της ανάπτυξης αφετέρου, δηλαδή τη δημιουργία των μηχανισμών και θεσμών που θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της σύρραξης στην περιοχή. Οι μετέχοντες έκριναν γενικά ότι η νέα οικονομική υποδομή θα έπρεπε να συνδυασθεί με συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους, όσον αφορά στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην προώθηση της πολιτικής πολυφωνίας. Ενώ το υλικό σκέλος της ανασυγκρότησης ήταν ένα θέμα, για το οποίο όλες οι χώρες της περιοχής μπορούσαν να συμφωνήσουν, το λογισμικό της ανάπτυξης, αντίθετα, θωρήθηκε σαν πολύ μεγαλύτερη πρόκληση για όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. Είναι δυνατό να «μεταφερθούν» οι δυτικές εμπειρίες, ή θα χρειασθεί κάθε περιοχή να διαμορφώσει το δικό της «εγχώριο» πρότυπο, για να αναπτύξει μια δυναμική κοινωνία των πολιτών; Σ'ορισμένες χώρες, οι πολίτες είχαν τόσο πολύ «εξασθενίσει» από την παρατεινόμενη φτώχεια και τον αυταρχισμό, ώστε να υπάρχουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο ένα κίνημα που θα ξεκινούσε από τη βάση με σκοπό να συσπειρώσει τους πολίτες και να τους πείσει να δεχθούν τη συλλογική ευθύνη θα μπορούσε να πετύχει. Πολλές από τις χώρες αυτές δεν πληρούσαν καν τις ελάχιστες νομικές και θεσμικές προϋποθέσεις για τη σύσταση μιας οργάνωσης πολιτών.

    Διατυπώθηκαν μια σειρά από προτάσεις για τη δημιουργία κοινωνιών των πολιτών, με στόχο την αποφυγή των συγκρούσεων στην περιοχή. Αντί της συγκρότησης εθνικών κρατών, που θα στηρίζονται σε στενά εθνικά συμφέροντα, οι μετέχοντες μίλησαν για τη συγκρότηση πολιτικών κρατών, βασισμένων σε αμοιβαία συμφέροντα και κοινές αξίες. Η λήψη μέτρων ώστε να αποκτήσουν το αίσθημα οι λαοί της περιοχής ότι είναι πολίτες της ΝΑ Ευρώπης, αποτελεί ασφαλώς αναγκαία προϋπόθεση για την ένταξη των εθνικών κοινωνιών των πολιτών σ'ένα ευρύτερο πλαίσιο.

    Η δημιουργία αξιόπιστων μη κυβερνητικών οργανώσεων

    Η εντυπωσιακή άνοδος των ΜΚΟ στις σύγχρονες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες αποδόθηκε κυρίως στο γεγονός ότι τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα δεν καλύπτουν πλέον τις ανάγκες και τις προσδοκίες των λαών. Οι ΜΚΟ χαρακτηρίσθηκαν ως μία «τρίτη δύναμη», που λειτουργεί ανάμεσα στις δυνάμεις της αγοράς και την κρατική παρέμβαση. Τόσο η Διεθνής Αμνηστία, όσο και η Human Rights Watch θεωρήθηκαν ότι είναι πρωτοπόρες οργανώσεις, επειδή άνοιξαν νέους τομείς δραστηριότητας για το κοινό και εποπτεύουν τις επιδόσεις των κυβερνήσεων αναφορικά με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

    Οι ΜΚΟ είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες στα Βαλκάνια. Στο παρελθόν, οι σχετικές προσπάθειες είχαν προσκρούσει στην αντίδραση τόσο των κυβερνήσεων, όσο και άλλων πολιτικών φορέων, σε μικρότερο ποσοστό. Οι μετέχοντες αναφέρθηκαν στη σύγκρουση συμφερόντων που φαίνεται να υπάρχει μεταξύ κυβερνήσεων και ΜΚΟ, επειδή οι περισσότερες από τις οργανώσεις αυτές χρηματοδοτούνται από ιδιωτικά κεφάλαια και οι κυβερνήσεις έχουν την τάση να αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τους σκοπούς τους, ισχυριζόμενες ότι οι ΜΚΟ εκπροσωπούν ιδιωτικά μάλλον παρά δημόσια συμφέροντα. Τα πράγματα έχουν αρχίσει να αλλάζουν προοδευτικά στον τομέα αυτό, οπωσδήποτε και λόγω της μεγάλης σημασίας που αποδίδει η ΕΕ στην προώθηση των ΜΚΟ, αλλά εξακολουθούν, ωστόσο, να υπάρχουν σοβαρά προβλήματα.

    Οι περισσότερες ΜΚΟ στην περιοχή αναφέρουν την έλλειψη νομοθετικού πλαισίου που να διέπει τη δράση τους, ως το σοβαρότερο εμπόδιο. Οι δραστηριότητες των ΜΚΟ περιορίζονται εν μέρει επειδή το νομικό και οικονομικό καθεστώς τους είναι ασαφές. Το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης ελέγχονται αυστηρά ενεργεί επίσης ως ανασταλτικός παράγοντας στην ανάπτυξη των ΜΚΟ, εφόσον περιορίζει τη δυνατότητα τους να επικοινωνήσουν με το κοινό. Από την άλλη πλευρά, τα μέσα ενημέρωσης συχνά προβάλλουν τις ΜΚΟ με αρνητικό τρόπο. Η έλλειψη οικονομικών πόρων είναι ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι ΜΚΟ στη ΝΑ Ευρώπη. Αν και η ΕΕ έχει προωθήσει αρκετά προγράμματα στην περιοχή για την ενίσχυση των ΜΚΟ, πολλές μικρές οργανώσεις δεν μπόρεσαν να ωφεληθούν από τα προγράμματα αυτά, λόγω της αδυναμίας τους να καλύψουν τις τεχνικές προϋποθέσεις για χρηματοδότηση.

    Τα προβλήματα αυτά θα μπορούσαν εν μέρει να λυθούν, αν αλλάξει το νομοθετικό πλαίσιο στις χώρες αυτές. Με ένα σύστημα φορολογικών κινήτρων και χρηματοδοτικών κανονισμών για τη στήριξη των ΜΚΟ, θα μπορούσαν να γίνουν σημαντικές πρόοδοι. Στο παρελθόν, διεθνείς οργανισμοί, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης, έδωσαν κίνητρα στις κυβερνήσεις των χωρών της περιοχής, προκειμένου να προχωρήσουν σ'αυτές τις αλλαγές. Η ΕΕ, ωστόσο, θα μπορούσε να συμβάλει περισσότερο στην προώθηση αυτής της διαδικασίας, για τον λόγο κυρίως ότι οι κυβερνήσεις που προσβλέπουν στην ένταξη τους στην Ένωση πρέπει να δείξουν ότι προωθούν την ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών. Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο βλέπουν τις ΜΚΟ όχι μόνον η κοινωνία αλλά, πιο σημαντικό, οι κυβερνήσεις των βαλκανικών χωρών. Όπως είπε χαρακτηριστικά ένας σύνεδρος, το θέμα «δεν είναι να αλλάξουν οι νόμοι, αλλά να αλλάξει η νοοτροπία».

    Προωθώντας την κοινωνία των πολιτών:
    Ποιες παγίδες πρέπει να αποφευχθούν

    Επειδή οι ΜΚΟ προσφέρουν ένα φόρουμ στους αδύναμους και περιθωριοποιημένους πολίτες, μπορούν να βοηθήσουν να ακουστεί η φωνή εθνικών ή άλλων μειονοτήτων. Χρειάζεται όμως προσοχή, όταν υποστηρίζονται αδιακρίτως οι ΜΚΟ και δεν ελέγχονται από κοντά οι δραστηριότητες τους. Παραδείγματος χάρη, στη Γερμανία διατέθηκαν από απροσεξία κρατικά κονδύλια για την ενίσχυση ακροδεξιών ομάδων. Η διάθεση χρημάτων, που προέρχονται από το εξωτερικό, πρέπει επίσης να γίνεται με τρόπο ώστε να αποκτήσουν οι τοπικές κοινωνίες μεγαλύτερη αυτάρκεια και πρωτοβουλία. Αρκετοί μετέχοντες παρατήρησαν ότι οι διεθνείς χρηματοδότες ακολούθησαν μια προσέγγιση «από το γενικό στο ειδικό» ("top down") και όχι «από το ειδικό στο γενικό» ("bottom up") στο Κόσοβο. Σαν αποτέλεσμα, κάθε φορά που σημαντικά ποσά ήταν ξαφνικά διαθέσιμα για την ενίσχυση των προσφύγων, οι περισσότερες ΜΚΟ στην περιοχή άρχισαν να ασχολούνται με τους πρόσφυγες. Αμφισβητήθηκε λοιπόν η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας προσέγγισης.

    Ένας από τους συμμετέχοντες παρατήρησε ότι αυτό που έλκει τον κόσμο στις περισσότερες πολιτικές οργανώσεις είναι η κοινωνική επαφή: στους ανθρώπους αρέσει να συναντώνται μεταξύ τους και να συζητούν θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος. Ενώ οι οργανωμένες δραστηριότητες αναπτύσσουν τα φυσικά κοινωνικά ένστικτα του ανθρώπου, μπορούν παράλληλα να συμβάλουν ουσιαστικά στην εδραίωση της δημοκρατίας, στην επίλυση προβλημάτων και στην οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης στην κοινωνία. Οι ΜΚΟ αποτελούν επίσης χρήσιμα εργαλεία δημοκρατίας, επειδή ασκούν πίεση στις κυβερνήσεις για μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία. Αντί να προσπαθούν να καταργήσουν τις οργανώσεις αυτές, οι οποίες εκπροσωπούν τα συμφέροντα και τους προβληματισμούς των ψηφοφόρων τους, οι πολιτικοί θα έπρεπε αντίθετα να συνεργάζονται με τις ΜΚΟ και να ακολουθούν παρόμοια στρατηγική, για να επικοινωνούν και να ανταποκρίνονται στο κοινό.

    Τέλος, αναφέρθηκε ότι οι ΜΚΟ πρέπει να επιλέγουν μετριοπαθείς στόχους. Περιορισμένοι, υλοποιήσιμοι στόχοι θα προσφέρουν κίνητρα στον κόσμο, αυξάνοντας σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχίας. Η επιτυχία αυτή μπορεί κατόπιν να αξιοποιηθεί για την πραγματοποίηση άλλων έργων, ξεκινώντας έτσι έναν ενάρετο κύκλο, ο οποίος θα παράγει θετικά πρότυπα, για να τα ακολουθήσουν άλλοι.

    Μαθήματα ζωής: Ιστορία και παιδεία

    Οι μετέχοντες συμφώνησαν ότι απαιτείται μια πιο ολιστική προσέγγιση στο θέμα της παιδείας. Η παιδεία κρίθηκε ότι αποτελεί προϋπόθεση, για να κινηθεί το εκλογικό σώμα πέρα από μια απλοϊκή, μονοδιάστατη αντίληψη του κόσμου, προς μια πιο ισόρροπη προοπτική, που λαμβάνει υπόψη τα σύνθετα προβλήματα που αντιμετωπίζει η περιοχή. Ένας σύνεδρος παρομοίασε την ορθή αγωγή του πολίτη με την προληπτική ιατρική: η παιδεία πρέπει να θεραπεύει τα αίτια της «νόσου», αντί να αντιμετωπίζει απλώς τα συμπτώματα, προλαμβάνοντας έτσι υποτροπές και κρίσεις.

    Συζητήθηκαν διεξοδικά η «κακοποίηση» της ιστορίας στα Βαλκάνια και το πώς αυτό επηρεάζει την πολιτική. Οι μαθητές στην Ελλάδα, την Αλβανία, τη Σερβία και τη πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία Μακεδονίας, παραδείγματος χάρη, διδάσκονται τελείως διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας της περιοχής. Τα βιβλία ιστορίας τους παρουσιάζουν μία μονόπλευρη ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, που εμφανίζει τις γείτονες χώρες ως εχθρούς, εισβολείς, άπιστους, κλπ. και εμφυσά στα παιδιά αίσθημα εθνικής ή και φυλετικής ακόμα υπεροχής. Αυτή η παιδεία υποθάλπει εθνικιστικά συναισθήματα, τα οποία καταλήγουν, κατόπιν σε βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των λαών. Προτάθηκε να διδάσκεται σε όλα τα παιδιά της περιοχής μια πιο ισόρροπη εκδοχή της ιστορίας, που να αντανακλά τις διάφορες ερμηνείες των γειτονικών χωρών. Στο ίδιο πνεύμα, αρνητικά και ακραία στερεότυπα πρέπει να αφαιρεθούν από τα βιβλία ιστορίας. Θα μπορούσε ίσως να ιδρυθεί ένας φορέας, ο οποίος θα λειτουργεί ως εποπτικό όργανο, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι η ιστορία διδάσκεται, με όσο γίνεται πιο αμερόληπτο τρόπο, σ'όλη την περιοχή. Για να ξεπεραστούν τα στερεότυπα, δεν αρκεί να καταλυθούν οι εσφαλμένες αντιλήψεις σχετικά με άλλες εθνικές ή θρησκευτικές ομάδες. Αυτό που προέχει, πάνω από όλα, είναι να πάψουν να υπάρχουν οι προκαταλήψεις που μεταφέρουν οι εκπαιδευτικοί και οι ηγέτες.

    Οι συμμετέχοντες αντάλλαξαν πληροφορίες σχετικά με διάφορα εκπαιδευτικά προγράμματα και πρωτοβουλίες που υλοποιούνται στην περιοχή από το Centre for European Policy Studies, το London School of Economics και το Institute of Eastern Studies, μεταξύ άλλων. Προτάθηκε η δημιουργία ενός πλαισίου συνεργασίας ανάμεσα στις διάφορες αυτές πρωτοβουλίες.

    Χτίζοντας μια βαλκανική ατζέντα

    Παρατηρήθηκε γενικά σύμπτωση απόψεων σχετικά με την ανάγκη να μην προέλθουν οι λύσεις για τα Βαλκάνια αποκλειστικά από παράγοντες εκτός της περιοχής. Ένας σύνεδρος αναφέρθηκε στην «οιονεί αποικιακή προσέγγιση» σε σχέση με την περιοχή, η οποία δεν επιτρέπει ουσιαστικά στους κατοίκους της να διαμορφώνουν και να εκφράζουν τις δικές τους ιδέες. Οι ηγέτες της περιοχής είχαν το αίσθημα ότι ο υπόλοιπος κόσμος ακολουθούσε το δικό του πρόγραμμα και αρνιόταν να τους αντιμετωπίσει σοβαρά. Ένας σύνεδρος το περιέγραψε σαν «σύμπλεγμα μειονότητας», προειδοποιώντας ότι αν δεν καταφέρουν τα Βαλκάνια να δημιουργήσουν τη δική τους ατζέντα, οι άλλοι θα συνεχίζουν ελεύθερα να τους επιβάλουν άλλη.

    Για να αλλάξει το status quo, χρειάζεται να αναζητηθούν βιώσιμα μέτρα προληπτικής διπλωματίας και προληπτικής δράσης. Υποστηρίχθηκε η δημιουργία κάποιου θεσμικού πλαισίου στα Βαλκάνια, το οποίο θα παρέχει τη δυνατότητα στους λαούς της περιοχής να καταρτίζουν σχέδια και προγράμματα συνεργασίας μεταξύ τους. Οι μετέχοντες συμφώνησαν ότι ένα τέτοιο πλαίσιο θα βελτίωνε την αυτοπεποίθηση και την εικόνα που προβάλλουν τα Βαλκάνια προς τα έξω, δημιουργώντας μια νέα βαλκανική συνείδηση και δυναμική. Με τη σειρά της, μια τέτοια εξέλιξη θα συνέβαλε ουσιαστικά στην πρόληψη των κρίσεων.

    Προτάθηκε η ίδρυση μιας μη κυβερνητικής οργάνωσης στην οποία θα συμμετέχουν ηγετικά στελέχη σε διάφορους τομείς από όλη την περιοχή - κάτι αντίστοιχο με το European Strategic Centre ή το Wise People Group για τη ΝΑ Ευρώπη. Η οργάνωση αυτή θα είχε το διπλό πλεονέκτημα ότι θα ήταν εύκολη η συγκρότηση της και ότι θα απολάμβανε της υποστήριξης των διαφόρων κυβερνήσεων. Οι εμπειρογνώμονες, ηγέτες και αναλυτές που θα την απαρτίζουν θα έχουν τη δυνατότητα να διαμορφώσουν το δικό τους όραμα για την ασφάλεια και την ανάπτυξη της περιοχής και να συνεργαστούν με τους ομότιμους τους στη Δύση για την εναρμόνιση των τοπικών προοπτικών και στόχων με τις διεθνείς αντιλήψεις και επιδιώξεις.

    Η ιδέα της δημιουργίας ενός Βαλκανικού Πανεπιστημίου ή και μιας Βαλκανικής Διπλωματικής Ακαδημίας, έγινε επίσης ενθουσιωδώς δεκτή. Προτάθηκε η διεξαγωγή θερινών σεμιναρίων, παράλληλα με τα μελλοντικά συμπόσια της Σύμης, με παρουσιάσεις από τους μετέχοντες για θέματα διαχείρισης και πρόληψης κρίσεων, που θα απευθύνονται σε νέους διπλωμάτες ή και φοιτητές από τις βαλκανικές χώρες. Τα σεμινάρια αυτά μπορούν να οργανωθούν με ελάχιστο κόστος και να αποτελέσουν ένα εφικτό και πρακτικό πρώτο βήμα προς τη δημιουργία βαλκανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Ο στόχος πρέπει να είναι να εμπλουτισθεί η δεξαμενή ηγετικών στελεχών της περιοχής με άτομα ικανά να αντιμετωπίσουν δύσκολα προβλήματα και να ανταποκριθούν στις νέες προκλήσεις του 21ου αιώνα.

    Δημιουργία νέων πολυεθνικών δικτύων

    Ορισμένοι μετέχοντες είχαν μια πιο περιορισμένη άποψη, για το τι μπορούσε να επιτευχθεί. Αντί για τη δημιουργία θεσμών, ίσως μόνο η καθιέρωση ενός απλού μηχανισμού, ο οποίος θα εξασφάλιζε μονιμότερες και τακτικότερες επαφές ανάμεσα σε ηγέτες, αρχές, κυβερνητικούς και μη κυβερνητικούς φορείς. Η ιδέα αυτή αναλύθηκε πιο λεπτομερώς σε σχέση με τα θέματα της ασφάλειας και προτάθηκε η σύσταση μιας ομάδας επαφής, τυπικής ή άτυπης, για την έγκαιρη επισήμανση και αντιμετώπιση επερχομένων κρίσεων.

    ʼλλοι μετέχοντες είδαν το θέμα από μια ευρύτερη σκοπιά, ισχυριζόμενοι ότι η θεσμοθετημένη συνεργασία δεν είναι αναγκαία μόνο μεταξύ των χωρών της περιοχής, αλλά και εντός των χωρών αυτών. Π.χ., η προσπάθεια δημιουργίας ενός Κέντρου της Νοτιοανατολικής Ευρώπης για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, δεν καρποφόρησε λόγω της έλλειψης συντονισμού μεταξύ εθνικών φορέων: υπουργεία και κρατικοί οργανισμοί σε μία χώρα ενεργούσαν συχνά με αντιφατικό ή μεμονωμένο τρόπο. Στη λύση αυτού του προβλήματος μπορούν να συμβάλουν τα θεσμοθετημένα δίκτυα, καθιερώνοντας ενιαίες προσεγγίσεις σε κοινά προβλήματα και συμφέροντα.

    Η ευρύτερη αυτή άποψη για το θέμα της συνεργασίας, συνοδεύτηκε από προτάσεις για τη δημιουργία δικτύων στον τομέα της ενέργειας, των οικονομικών, των τραπεζικών υπηρεσιών και της πληροφορικής, με στόχο την εναρμόνιση της περιφερειακής ανάπτυξης. Θεωρήθηκε ότι η εναρμόνιση της αναπτυξιακής προσπάθειας, σε περιφερειακό επίπεδο, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κίνητρο για τα κυρίαρχα κράτη, ώστε να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό τους.

    Ο ρόλος της θρησκείας

    Η θρησκεία εξετάσθηκε σαν ένας άλλος σημαντικός τομέας όπου απαιτείται συνεργασία και συμπόνια. Στην κρίση του Κόσοβο είχαν εμπλακεί πολλοί θρησκευτικοί ηγέτες, με λιγότερο ή περισσότερο εποικοδομητικό τρόπο. Ενώ η ορθόδοξη εκκλησία της Σερβίας είχε καταγγείλει τις ωμότητες στο Κόσοβο, η ελληνική εκκλησία υποστήριξε εμφανώς τους Σέρβους ορθόδοξους αδελφούς, υποδαυλίζοντας έτσι αισθήματα εχθρότητας απέναντι στους Αλβανούς Μουσουλμάνους και ενθαρρύνοντας, κατ' επέκταση, τη λαϊκή αντίδραση κατά των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ. Ίσως αν ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος μιλούσε στους Έλληνες πολίτες για τις ωμότητες που είχαν διαπραχθεί στο Κόσοβο, αυτό να οδηγούσε σε μια πιο ισόρροπη κατανόηση του προβλήματος.

    Αναφέρθηκε με ενδιαφέρον μια πρωτοπόρος θρησκευτική πρωτοβουλία. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε προσκαλέσει άλλους θρησκευτικούς ηγέτες - Μουσουλμάνους, Καθολικούς και Διαμαρτυρόμενους - μαζί με περιβαλλοντολόγους, ακτιβιστές και διανοούμενους, να λάβουν μέρος σε μια «κρουαζιέρα ειρήνης» κατά μήκος του Δούναβη. Το ταξίδι χρειάστηκε να αναβληθεί, όταν ξέσπασε ο πόλεμος στη Σερβία, αλλά είναι πιθανό ότι θα λάβει χώρα στο εγγύς μέλλον. Με τόσους πολλούς πολέμους να μαίνονται στην περιοχή στο όνομα του θρησκευτικού μίσους ή της θρησκευτικής κυριαρχίας, θωρήθηκε ότι το συμβολικό αυτό ταξίδι θα μετέφερε ένα δυνατό μήνυμα στον σερβικό λαό και στα Βαλκάνια γενικότερα.

  5. Οι προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ηγεσίες στη νέα παγκόσμια τάξη

    Η πρόσφατη εμπειρία στο Κοσσυφοπέδιο έδειξε ότι δεν ισχύει πια η παραδοσιακή διάκριση ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά, σε ότι αφορά τη χρήση ένοπλης βίας και τον ρόλο της ξένης παρέμβασης. Αν και κάποιοι ηγέτες της Αριστεράς - τόσο στην Ευρώπη, όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες - είχαν καταδικάσει την παρέμβαση του ΝΑΤΟ, οι απόψεις τους είχαν περιθωριοποιηθεί, σε μεγάλο βαθμό. Σκοπός της συνεδρίασης αυτής ήταν να προωθήσει μια ανάλυση της μελλοντικής «αριστερής» ιδεολογίας. Υπάρχει θέση της Αριστεράς σχετικά με τις αξίες και τις αρχές που πρέπει να διέπουν τις διακρατικές σχέσεις, τη διεθνή δράση για την αποκατάσταση των πραγμάτων και τις προσπάθειες για ανασυγκρότηση; Θα προωθηθούν οι νέες προτεραιότητες της Αριστεράς, όπως ο ρόλος των ΜΚΟ, το περιβάλλον, τα δικαιώματα των γυναικών και των εργαζομένων, σε βάρος των παραδοσιακών προβληματισμών της, όπως η δύναμη των πολυεθνικών επιχειρήσεων και η ανάγκη για μία πιο δίκαιη κατανομή του εισοδήματος, τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο;

    Οδηγώντας τα Βαλκάνια προς τη Δημοκρατία

    Το θέμα της ηγεσίας είναι πολύ σχετικό και ιδιαίτερα σύνθετο στα Βαλκάνια, όπου ο λαϊκισμός, ο αυταρχισμός και οι διώξεις αποτελούσαν τον κανόνα για πολύ μακρύ διάστημα. Όπως παρατήρησε ένας σύνεδρος, οι ηγέτες στη ΝΑ Ευρώπη, οι οποίοι αρνούνται να δεχθούν τον αδιάλλακτο εθνικισμό, χαρακτηρίζονται συνήθως ως προδότες. Μπορούν είτε να «θυσιαστούν» για την υπόθεση της ειρήνης, ή να συνεχίσουν σιωπηλά να δέχονται την καταπίεση. Πώς θα μπορέσουν οι κοινωνίες της περιοχής να ξεφύγουν από αυτό το καλούπι; To θέμα αυτό θεωρήθηκε ότι βρίσκεται στο κέντρο των προκλήσεων που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες στα Βαλκάνια.

    Οι συμμετέχοντες συμφώνησαν γενικά ότι ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα της ηγεσίας είναι η δημιουργία καλύτερων πολιτών. Όσοι εκπροσωπούσαν τις χώρες της Δύσης ισχυρίστηκαν ότι μια θεμελιώδης πρόκληση για την ηγεσία είναι πώς θα κινητοποιήσει τους πολίτες και θα τους βοηθήσει να διακρίνουν ανάμεσα σ' αυτό που είναι ουσιώδες και αυτό που είναι αναλώσιμο σ' έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο: να αναπλασθεί η συλλογική μυθολογία, έτσι ώστε να παραμείνει ανέπαφη η εθνική ταυτότητα, αφήνοντας κατά μέρος ξεπερασμένες αξίες και ιδέες που δεν μπορούν να προσαρμοστούν στη σημερινή παγκόσμια πραγματικότητα. Πραγματική ηγετική ικανότητα σημαίνει ότι αναζητούνται λύσεις για μια συγκεκριμένη κοινότητα, χωρίς να χάνεται η επαφή με το ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο. Πολύ συχνά, οι ηγέτες απασχολούνται με παραπλανητικά ζητήματα. Είναι πάντα πειρασμός για έναν ηγέτη, όπως και για έναν πολίτη άλλωστε, να εξωτερικεύει τα προβλήματα, αντί να εστιάζεται στις αδυναμίες που υπάρχουν μέσα στην κοινότητα. Το να επανέλθουν τα προβλήματα στο επίπεδο της κοινότητας είναι περίπλοκο, έστω και μόνο επειδή κάτι τέτοιο συγκρούεται με τη διαίσθηση των περισσοτέρων ανθρώπων που βρίσκονται στην εξουσία. Εξ ορισμού, ο ηγέτης αναλαμβάνει την ευθύνη για τα προβλήματα της κοινότητας. Η νέα πρόκληση, στα πλαίσια της προσαρμογής, είναι να επιστραφεί μαλακά η ευθύνη αυτή στο λαό.

    Ένας σύνεδρος από τη ΝΑ Ευρώπη, ωστόσο, περιέγραψε αυτή τη μορφή ηγεσίας ως «αυτοκαταστροφική», επειδή το να ζητάς από τον κόσμο να αφήσει κάτι το πολύτιμο, ώστε να κρατήσει άλλα πράγματα που είναι αναγκαία, προσφέρει τη δυνατότητα σε λαϊκιστές ηγέτες να παρέμβουν, ισχυριζόμενοι ότι εκείνοι δεν απαιτούν θυσίες. Ορισμένοι ηγέτες από βαλκανικές χώρες, έκριναν επίσης ότι θα ήταν επικίνδυνο να ζητήσεις από τον λαό να δεχθεί τη συλλογική ευθύνη, να προτείνει τις δικές του λύσεις για ιδιαίτερα δύσκολα προβλήματα, επειδή δε γνωρίζει αν είναι ή όχι σε θέση να το κάνει. Υπογραμμίστηκε ότι οι ηγέτες πρέπει να δημιουργήσουν ένα κλίμα, που να βοηθά τα άτομα να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα τους χωρίς να διαταράσσεται η κοινωνική ισορροπία ή να προκαλείται αδικαιολόγητη δυσφορία. Αν οι πολίτες κατακλυσθούν από τα προβλήματα που πρέπει να λύσουν, θα ψάξουν για μηχανισμούς αποφυγής, όπως π.χ. θα αναζητήσουν αποδιοπομπαίους τράγους, θα ταμπουρωθούν πίσω από έναν στενό ορισμό του ιδίου συμφέροντος ή θα καταφύγουν ακόμη και στον εμφύλιο πόλεμο.

    Θεωρήθηκε σημαντικό οι ηγέτες να μπορούν να δώσουν νόημα στις προκλήσεις αυτές της προσαρμογής, με τη μορφή οικουμενικών αξιών και ενός απτού και προτρεπτικού οράματος για το μέλλον. Οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να δεχθούν απίθανες θυσίες, αρκεί να τους δοθούν βάσιμοι λόγοι που να δικαιολογούν τέτοιες θυσίες. Επίσης, υπάρχει ένα ποσοστό προκλήσεων που μπορούν να δεχθούν. Οι ηγέτες πρέπει να εξασφαλίσουν ότι υπάρχει επαρκής αξιοπιστία και εμπιστοσύνη, ώστε να αποφευχθεί η διάβρωση του πολιτικού κεφαλαίου μόλις προκύπτουν δύσκολα θέματα. Η δημιουργία ενός υποστηρικτικού δικτύου μεταξύ των ηγετών της περιοχής, θα τους βοηθούσε να πετύχουν τη δύσκολη αυτή ισορροπία.

  6. Συμπεράσματα

    Η κλιμάκωση της βίας, που οδήγησε στο βομβαρδισμό της Σερβίας, τραυμάτισε την Ευρώπη, ενώ αμφισβητήθηκε έντονα η νομιμότητα των νατοϊκών ενεργειών. Η έλλειψη διεθνούς νομικής εντολής είχε διχάσει τους λαούς και τους πολιτικούς στην Ευρώπη και βλάψει την αξιοπιστία του ΝΑΤΟ. Αντίθετα, οι αεροπορικές επιδρομές είχαν θεωρηθεί επιτυχία στις ΗΠΑ, επειδή η Βορειοατλαντική Συμμαχία είχε αντιμετωπίσει σοβαρή διάσταση απόψεων μεταξύ των μελών της και οι στρατηγικοί βομβαρδισμοί είχαν προκαλέσει εκτεταμένες ζημιές, χωρίς όμως ανθρώπινες απώλειες για τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ. Το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη φαινόταν να έχουν διαφορετική αντίληψη για τον πόλεμο, υπογραμμίστηκε από την εκ νέου επιβολή της αμερικανικής κυριαρχίας στην Ευρώπη. Ενώ η στρατιωτική εξάρτηση της Ευρώπης από τις ΗΠΑ θα μπορούσε να είχε δώσει το έναυσμα για τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής δύναμης ταχείας επέμβασης, στο πλαίσιο μιας ενισχυμένης Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και ʼμυνας, δε συνέβη αυτό αμέσως μετά τον πόλεμο. Οι σημαντικές διαφωνίες μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων εξακολουθούσαν να παρεμποδίζουν την προώθηση μιας συντονισμένης ευρωπαϊκής στρατιωτικής στρατηγικής. Αν η ΕΕ επεδίωκε να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διεθνή σκηνή, θα έπρεπε να επιβληθεί απέναντι στην αμερικανική κυριαρχία και να συντονίσει τις προσπάθειες της για την πρόληψη και τη διαχείριση των κρίσεων στην περιοχή.

    Στην ίδια τη Γιουγκοσλαβία, οι επιπτώσεις του πολέμου και των γεγονότων που είχαν προηγηθεί, υπήρξαν τόσο τραυματικές για τους κατοίκους, ώστε η διαδικασία του εκδημοκρατισμού θεωρήθηκε ότι θα ήταν μακρά και δύσκολη. Η τρέχουσα ανασφάλεια και η φτώχεια του λαού δεν αποτελούσαν πρόσφορο έδαφος για την εφαρμογή οδυνηρών δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. Εξάλλου, η επίθεση της Δύσης κατά του Σερβικού λαού τους είχε κάνει να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στις δημοκρατικές αρχές της συμπερίληψης και της ευθυδικίας, οι οποίες διέπουν την πολιτική διεύρυνσης της ΕΕ. Η ΕΕ πρέπει λοιπόν να καταβάλει συντονισμένες προσπάθειες, προκειμένου να συμπεριλάβει τη Σερβία στη διαδικασία της ανασυγκρότησης και ολοκλήρωσης της περιοχής, ώστε να αποφύγει τη δημιουργία μιας «μαύρης τρύπας» στην καρδιά της Ευρώπης.

    Το θέμα που επικράτησε σ'όλες τις συζητήσεις ήταν η ανάγκη για ευρύτερη περιφερειακή συνεργασία, η οποία ορίστηκε ως αναγκαία προϋπόθεση για την επιβίωση της περιοχής. Η σημασία της δημιουργίας και της ενίσχυσης της περιφερειακής συνεργασίας θεωρήθηκε ότι ήταν τμήμα ενός ευρύτερου κινήματος προς την ολοκλήρωση της ηπείρου. Το Σύμφωνο Σταθερότητας έγινε δεκτό σαν ένα πλαίσιο για την επίτευξη της περιφερειακής ενοποίησης στο εσωτερικό της Ευρω-ατλαντικής Συμμαχίας. Εκφράστηκε η ελπίδα ότι οι επενδύσεις σε έργα υποδομής, η εκπαίδευση ηγετών σε θέματα δημοκρατίας, η ενίσχυση των θεσμών και η παιδεία θα έφερναν πιο κοντά τις χώρες της περιοχής, θα συνέβαλαν στην οικονομική ανάπτυξη και θα προωθούσαν τη συστηματική συνεργασία και το σεβασμό του διεθνούς δικαίου στα κράτη και στους λαούς της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Με βάση την εμπειρία της Δυτικής Ευρώπης, η μεγαλύτερη ολοκλήρωση θα μεγιστοποιούσε πιθανότατα την αποτελεσματικότητα, προωθώντας το «υλικό σκέλος» της ανάπτυξης. Η οικονομική ανάπτυξη θα επιταχυνθεί μέσω του ελεύθερου εμπορίου και, σε απώτερο στάδιο, μέσω της ενοποίησης των νομισμάτων.

    Εξίσου σημαντική είναι η θετική επίπτωση της ολοκλήρωσης στο «λογισμικό» της ανάπτυξης, δηλαδή στη δημιουργία κοινωνιών των πολιτών, που με τη σειρά της θα περιορίσει την ανάφλεξη βίαιων συγκρούσεων. Η ανάπτυξη των κοινωνιών των πολιτών στη ΝΑ Ευρώπη θα μπορούσε να επιταχυνθεί μέσα από συντονισμένες διαδικασίες στον τομέα της παιδείας και την υποστήριξη των ΜΚΟ, οι οποίες είναι ιστορικά αδύναμες στην περιοχή. Πρέπει να παροτρυνθούν οι χώρες αυτές να θεσπίσουν νομοθετικά πλαίσια που θα επιτρέψουν στις μη κυβερνητικές οργανώσεις να συγκεντρώσουν πόρους και να προβάλουν τις ιδέες τους μέσα από τα ΜΜΕ. Η περιφερειακή ολοκλήρωση θα δώσει μεγαλύτερα κίνητρα στις κυβερνήσεις να ψηφίσουν νόμους ευνοϊκούς για τις ΜΚΟ και θα ενθαρρύνει τις οργανώσεις των πολιτών στην προσπάθεια τους να επιλύουν κοινά προβλήματα. Τελικά, η δημιουργία υπερεθνικών δικτύων πολιτών θα συμβάλει στη διαμόρφωση ενός συλλογικού αισθήματος ιθαγένειας της ΝΑ Ευρώπης.

    Υπήρξε γενικά συναίνεση ότι οι λύσεις για τα Βαλκάνια δεν πρέπει να εκπονούνται αποκλειστικά από ανθρώπους εκτός της περιοχής. Αυτό συνεπάγεται την εξής σημαντική προϋπόθεση: οι ηγέτες των Βαλκανίων πρέπει να συνεργασθούν πιο στενά μεταξύ τους, ώστε να επισημαίνουν και να προλαμβάνουν τις κρίσεις μέσα από περιφερειακά δίκτυα και πολιτικές. Αν οι ηγέτες των βαλκανικών χωρών θέλουν να αρχίσει να προσέχει τις ανάγκες τους η διεθνής κοινότητα, πρέπει να αποκτήσουν μια ενωμένη φωνή και ένα ενιαίο όραμα για τα Βαλκάνια. Απαιτείται πραγματική ηγετική ικανότητα, για να ξεπεραστούν τα κοντόφθαλμα εθνικιστικά συμφέροντα, ωστόσο, έγινε δεκτό ότι τη λεπτή αυτή διαδικασία θα μπορούσαν εύκολα να υπονομεύσουν οι εξελίξεις στις γειτονικές χώρες. Η περιφερειακή συνεργασία θα αποβεί έτσι αμοιβαία επωφελής για τους ηγέτες, οι οποίοι θα στραφούν σε πιο προοδευτικές λύσεις.

    Η τραγωδία στο Κόσοβο είχε και κάποιες θετικές επιπτώσεις. Π.χ., οι παλιοί αντίπαλοι, η Ελλάδα και η Τουρκία, έθεσαν τα περιφερειακά συμφέροντα πάνω από τις εθνικές διαφορές τους και συντόνισαν τις προσπάθειες τους για την επίλυση της κρίσης. Οι ηγέτες των δύο χωρών ξεκίνησαν επίσης, δοκιμαστικά, σειρά διπλωματικών συνομιλιών για πρακτικά ζητήματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, όπως το περιβάλλον, η ενέργεια, η διασυνοριακή εγκληματικότητα και το εμπόριο, ενώ οι πολίτες τους φαίνεται ότι ακολούθησαν αντίστοιχη κατεύθυνση. Οι ελληνοτουρκικές προσπάθειες για τη βελτίωση των διμερών σχέσεων χαιρετίστηκαν ως παράδειγμα που θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο μελλοντικής συνεργασίας και ολοκλήρωσης.

    Η εξέταση της πρόσφατης κρίσης στα Βαλκάνια μέσα από την ευρύτερη προοπτική της ευρωπαϊκής ιστορίας του 20ου αιώνα, άφησε κάποια περιθώρια για αισιοδοξία. Το γεγονός ότι η εθνοκάθαρση, ο πόλεμος και η καταστροφή είχαν ερημώσει το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ευρώπης στο πρόσφατο παρελθόν θεωρήθηκε - έστω και αν ηχεί παράδοξο - σαν ενθαρρυντικό σημάδι. Αν η Δυτική Ευρώπη κατάφερε να συνέλθει και να προχωρήσει προς πλουραλιστικές, ανεκτικές και δημοκρατικές κοινωνίες, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, ασφαλώς θα μπορούσε να συμβεί το ίδιο και στα Βαλκάνια.

Αρχική Σελίδα | Το Ίδρυμα | Επικοινωνία